παραβιβάζω


παραβιβάζω
παρα-βιβάζω, daneben bringen, beseitigen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • παραβιβάζω — put aside pres subj act 1st sg παραβιβάζω put aside pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβιβάζω — ΜΑ μσν. εμπαίζω, κοροϊδεύω 2. διασκεδάζω αρχ. 1. μετακινώ, απομακρύνω 2. διαφθείρω 3. (ενεργ. και μέσ.) ενεργώ αντίθετα με τον νόμο. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + βιβάζω «ανεβαίνω, προχωρώ»] …   Dictionary of Greek

  • παραβιβάσω — παραβιβάζω put aside aor subj act 1st sg παραβιβάζω put aside fut ind act 1st sg παραβιβάζω put aside aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβιβασθῆναι — παραβιβάζω put aside aor inf pass …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβιβασθήσεται — παραβιβάζω put aside fut ind pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβιβάζεσθαι — παραβιβάζω put aside pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβιβάζων — παραβιβάζω put aside pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβίβασον — παραβιβάζω put aside aor imperat act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβίβασμα — τὸ, Μ [παραβιβάζω] διασκέδαση …   Dictionary of Greek

  • παραβιβασμός — ὁ, Μ [παραβιβάζω] παραβίβασμα* …   Dictionary of Greek

  • ԱՆՑՈՒՑԱՆԵՄ — (ցուցի.) NBH 1 0250 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 5c, 6c, 7c, 8c, 10c, 11c, 12c, 14c ն. διαβιβάζω, διάγω, παράγω traduco, transire facio եւն. Տալ անցանել. փոխել, փոխադրել, տանել այլուր կամ յայնկոյս, առաջի կամ յառաջոյ եւ… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.